προδιαβαίνω


προδιαβαίνω
προ-δια-βαίνω, vorher durch- od. hinübergehen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • προδιαβαίνω — Α διαβαίνω, περνώ απέναντι πριν από κάποιον άλλο («προδιαβῆναι αὐτὸν τὴν τάφρον», Ξεν.) …   Dictionary of Greek

  • προδιαβαίνει — προδιαβαίνω cross before pres ind mp 2nd sg προδιαβαίνω cross before pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδιαβάντων — προδιαβαίνω cross before aor part act masc/neut gen pl προδιαβαίνω cross before aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδιέβαινον — προδιαβαίνω cross before imperf ind act 3rd pl προδιαβαίνω cross before imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδιαβαίνοντας — προδιαβαίνω cross before pres part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδιαβεβηκότων — προδιαβαίνω cross before perf part act masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδιαβεβῶτας — προδιαβαίνω cross before perf part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδιαβάντες — προδιαβαίνω cross before aor part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδιαβῆναι — προδιαβαίνω cross before aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.